* Απόσπασμα από αδημοσίευτη διατριβή του Κώστα Αλεξίου, στο Παντείο Πανεπιστήμιο.

Με αφορμή την όλη συζήτηση του τελευταίου διαστήματος γύρω από το Μακεδονικό ζήτημα, σε αυτό μας το τεύχος επιλέξαμε να φιλοξενήσουμε ένα σχετικό άρθρο ιστορικού περιεχομένου. Το άρθρο που ακολουθεί συνιστά επιλογή ενός μικρού αποσπάσματος αδημοσίευτης διδακτορικής διατριβής, προκειμένου να αναδειχθούν συνοπτικά ορισμένες ιστορικές πλευρές του εν λόγω ζητήματος.

»Ο 19ος αιώνας, ειδικά στο δεύτερο μισό του, υπήρξε καταλυτικός για τις εξελίξεις στην περιοχή των Βαλκανίων. Η περιοχή βρίσκεται κάτω από την οθωμανική κυριαρχία, η οποία σταδιακά βαίνει προς την παρακμή, αποτέλεσμα τόσο εσωτερικών αδυναμιών όσο και της εντεινόμενης προσπάθειας λαών που βρίσκονται στα όριά της, να αποκτήσουν την ανεξαρτησία τους. Ο ευρύτατος χώρος της Μακεδονίας κατοικείται από ένα σύνολο με πολλές εθνικές ρίζες, γλώσσες, θρησκευτικές πεποιθήσεις και αμφισβητούμενες εθνικές συνειδήσεις. Κατοικείται δηλαδή από Τούρκους, Έλληνες, Βούλγαρους, Σέρβους, Εβραίους, Αλβανούς, Βλάχους, Τσιγγάνους κλπ. Η ύπαρξη των παραπάνω πολυάριθμων πληθυσμών στην Μακεδονία δημιουργεί έναν αυξανόμενο ανταγωνισμό ανάμεσα στις νέες χώρες, για το ποιος θα κυριαρχήσει επί των πληθυσμών αυτών. Η κυριαρχία τους, δηλαδή η μετατροπή των πληθυσμών αυτών σε δικούς τους εθνικούς πληθυσμούς, θα τους έδινε τη δυνατότητα να διεκδικήσουν και τις περιοχές στις οποίες διέμεναν αυτοί οι πληθυσμοί. Η ουσία του μακεδονικού ζητήματος βρίσκεται ακριβώς σε αυτό το σημείο: στον ανταγωνισμό για τον προσεταιρισμό των πληθυσμών στον εθνικό κορμό της κάθε ενδιαφερόμενης χώρας.
Η συνθήκη του Αγ. Στεφάνου, με την οποία δημιουργούνταν η μεγάλη Βουλγαρία,  που περιελάμβανε ολόκληρη σχεδόν τη γεωγραφική περιοχή της Μακεδονίας και η ακύρωσή της από τη συνθήκη του Βερολίνου που περιορίστηκε στην παραχώρηση ηγεμονίας στην Βουλγαρία, υπήρξε η απαρχή της έναρξης αλυτρωτικών βλέψεων σε όλα τα Βαλκάνια. Σε λίγο  ο δυναμικός βουλγαρικός εθνικισμός θα κατακλείσει την Μακεδονία, πλήθος δασκάλων και ιερέων θα προσπαθήσουν να επικρατήσουν στη συνείδηση του σλαβόφωνου και μη πληθυσμού, με κύριο αίτημα την απεξάρτηση του χριστιανικού πληθυσμού από το Πατριαρχείο και την ένταξή του στην νεότευκτη Βουλγαρική Εξαρχία (1870). Έκτοτε, Ελλάδα, Σερβία και Βουλγαρία θα ενταχτούν σε έναν αρχικά ειρηνικό ανταγωνισμό που όμως δεν θα αργήσει να πάρει χαρακτήρα ένοπλης σύγκρουσης  και τελικά θα λύσουν τις διαφορές του με τους Βαλκανικούς πολέμους. Η Ελλάδα διεκδίκησε την Μακεδονία με βάση το θρησκευτικό φρόνημα και την υπαγωγή των κατοίκων της στο ελληνόφωνο πατριαρχείο,[1] καθώς και  με βάση ιστορικούς λόγους. Η Βουλγαρία και η Σερβία με βάση τη γλωσσική συγγένεια, τα ήθη και τα έθιμα των κατοίκων. Ταυτόχρονα, ένας απίστευτος μηχανισμός παραγωγής πνευματικών υλικών από κάθε χώρα επιστρατεύτηκε προς το σκοπό αυτό.

 Το 1870 παραχωρείται από την Υψηλή Πύλη στη βουλγαρική Εξαρχία[2]και επίσημα η δυνατότητα ελεύθερης δράσης, αναγνωρίζοντας την σαν αυτοκέφαλη εκκλησία.. Η «αναβαθμισμένη» τώρα βουλγαρική εκκλησία, ζητά και λαμβάνει άδεια από το Σουλτάνο να επεκτείνει τη δικαιοδοσία και σε ευρύτερες περιοχές πέρα από τη Θράκη και την Μακεδονία. Η επέκταση της βουλγαρικής επιρροής συμφέρει και τη βουλγαρική ηγεμονία και έτσι οι δύο παράγοντες, ηγεμονία και εκκλησία, δρουν συντονισμένα για την επικράτηση της βουλγαρικής επιρροής σε μεγαλύτερους πληθυσμούς. Αποτέλεσμα ήταν να δημιουργηθούν ουσιαστικά δύο τάσεις ανάμεσα στους χριστιανούς: αυτοί που συντάσσονταν με το Πατριαρχείο (πατριαρχικοί) και αυτοί που ακολουθούσαν την Εξαρχία (εξαρχικοί)[3]. Η θρησκευτική αυτή διαμάχη πήρε εθνικά χαρακτηριστικά αφού θεωρήθηκε πως, όσοι εντάσσονταν στην Εξαρχία ήταν Βουλγάρικης εθνικής συνείδησης, ενώ όσοι παρέμειναν στο Πατριαρχείο ελληνικής.

Η βουλγαρική πλευρά ακολούθησε οργανωμένες και συστηματικές προσπάθειες προκειμένου να φέρει στους κόλπους της Εξαρχίας όσους περισσότερους σλαβόφωνους μπορούσε, μηδέ  και  της βίας εξαιρουμένης. Η αποτυχημένη επανάσταση του Ιλιντεν το 1903 εναντίον του Οθωμανικού καθεστώτος, είχε ευεργετικά αποτελέσματα συμπάθειας προς τη Βουλγαρία  και αυτό ενέτεινε το κύμα βίας από όλες τις πλευρές. Σε λίγο Έλληνες αντάρτες, Βούλγαροι Κομιτατζήδες και Σέρβοι τσέτες θα απλωθούν στην Μακεδονία. Για την Ελλάδα το έτος 1903 σηματοδοτεί, την ένοπλη έναρξη του μακεδονικού αγώνα. Την ίδια εποχή που οι τρεις δυνάμεις αγωνίζονταν για τον προσεταιρισμό των κατοίκων της Μακεδονίας με το μέρος τους, εμφανίστηκε το αίτημα ΄΄η Μακεδονία στους Μακεδόνες΄΄ που εξέφραζε η Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση (ΕΜΕΟ)[4] με κύριο στόχο τη δημιουργία ενός νέου Μακεδονικού χριστιανικού κράτους. Η οθωμανική διοίκηση κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης του μακεδονικού αγώνα, εκτίμησε ως μεγαλύτερο εχθρό της τους βούλγαρους, λόγω της προστασίας που παρείχε σ’ αυτούς ο μόνιμος κίνδυνος η Ρωσία και γι’ αυτό, αν δεν υποστήριξε τους έλληνες, τουλάχιστο προσέφερε διευκολύνσεις.

Το μακεδονικό ζήτημα φάνηκε να »λύνεται» προς στιγμή, με τους βαλκανικούς πολέμους. Παρόλα αυτά, οι εξελίξεις δεν επιβεβαίωσαν αυτήν την εκτίμηση. Γιατί η ανάδειξη των επιλογών που έκαναν οι άνθρωποι που βρέθηκαν στο μάτι του κυκλώνα είτε ως ατομικά είτε ως συλλογικά υποκείμενα έκρινε την τελική έκβαση των πραγμάτων. Δάσκαλοι, ιερείς, αντάρτες, πρόξενοι, προσπαθούσαν να τους πείσουν ότι το δικό τους εθνικό κράτος θα τους ελευθέρωνε από τον τουρκικό ζυγό και θα έφερνε την ευημερία, αλλά όπως φαίνεται 100 και πλέον χρόνια μετά, το πρόβλημα εξακολουθεί να υπάρχει.»

[1]      Βασίλης Γούναρης, Οι σλαβόφωνοι της Μακεδονίας. Η πορεία της ενσωμάτωσης στο ελληνικό εθνικό κράτος1870-1940, Μακεδονικά, 29, 1993-1994, σελ.210

[2]      Το 1870 η βουλγαρική εκκλησία κηρύσσει το αυτοκέφαλο, κατά τρόπο «πραξικοπηματικό και αντικανονικό» με βάση και αρχές «εθνοφυλετικές». Η αντίδραση του  Οικουμενικού Πατριαρχείου ήταν άμεση και στη Μεγάλη Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως, το 1872, «κατεδίκασε την πραξικοπηματική και αντικανονική βουλγαρική εξαρχία ως σχισματική». Καταδίκασε επίσης τον εθνοφυλετισμό ως αίρεση (πηγή: «Ο ΧΡΟΝΟΣ» Καθημερινή Εφημερίδα της Κομοτηνής 10/10/03).

[3]      Ελίζαμπεθ Μπάρκερ,  Η Μακεδονία στις διαβαλκανικές σχέσεις και συγκρούσεις, Παρατηρητής, Θες/νικη, 1996, σελ 32

[4]      Βασίλης Γούναρης, Οι σλαβόφωνοιτης Μακεδονίας. Η πορεία της ενσωμάτωσης στο ελληνικό εθνικό κράτος1870-1940, Μακεδονικά, 29, 1993-1994, σελ. 210-211