/ Της Ελένης Γεωργίου

11/09/2001. Μια μέρα που έχει χαραχτεί στη μνήμη μας. Έχουν περάσει ακριβώς δεκαπέντε χρόνια από τότε, αλλά, για έναν πολύ παράξενο λόγο, όλοι θυμόμαστε που βρισκόμασταν και τι κάναμε εκείνο το απόγευμα. Κι αυτό γιατί προσπαθούσαμε να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτό που βλέπαμε στις οθόνες μας ήταν η πραγματικότητα και όχι κάποιο τρέιλερ ταινίας επιστημονικής φαντασίας. Όμως, η πραγματικότητα είχε ξεπεράσει τη φαντασία, και εμείς είχαμε γίνει μάρτυρες της πιο εντυπωσιακής τρομοκρατικής επίθεσης που είχε ποτέ αντιμετωπίσει η ανθρωπότητα. Η  οργάνωση Αλ Κάιντα (μτφ. Η Βάση) είχε επιτεθεί στο Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου στην καρδιά των Ηνωμένων Πολιτειών. Στόχος της Αλ Κάιντα ήταν να δώσει ένα γερό χτύπημα στον δυτικό πολιτισμό, και ο καλύτερος τρόπος για να το πετύχει ήταν να μεθοδεύσει ένα χτύπημα στην καρδιά του πολιτισμού αυτού, που δεν είναι άλλη από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής.

Η 11η Σεπτεμβρίου συγκλόνισε την κοινή γνώμη και ονομάστηκε «η μέρα που άλλαξε τον κόσμο». Όμως, για τις ηγεσίες του δυτικού κόσμου και όχι μόνο,  η επίθεση εξελίχθηκε σε μια μοναδική ευκαιρία. Χρησιμοποίησαν το ευρέως διαδεδομένο αίσθημα φόβου για επόμενα τρομοκρατικά χτυπήματα, με στόχο το διαχωρισμό, για ακόμα μια φορά, της Δύσης από την Ανατολή αλλά και του καλού δυτικού ανθρώπου από τον »τρομοκράτη μουσουλμάνο». Σε αυτόν τον διαχωρισμό δε θα μπορούσε να μην παίξει το ρόλο της και η θρησκεία. Η μαζικοποίηση όλων των μουσουλμάνων ως εν δυνάμει τρομοκρατικών στοιχείων οδήγησε στην ανάδυση της Ισλαμοφοβίας, τόσο στην στις ΗΠΑ, όσο και στην Ευρώπη. Μέσα στα χρόνια που ακολούθησαν, είδαμε κυβερνήσεις να υιοθετούν ισχυρές πολιτικές ασφάλειας, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης να ωρύονται για το πόσο ανυπεράσπιστοι είμαστε ενάντια στους τρομοκράτες, ακόμη και οι απλοί άνθρωποι γύρω μας άρχισαν να πιστεύουν ότι ο μουσουλμάνος γείτονας τους μπορεί ανά πάσα στιγμή να τους επιτεθεί. Το αποτέλεσμα ήταν ακραίες συμπεριφορές που ωθούσαν στον ρατσισμό και την ξενοφοβία και, πιο συγκεκριμένα, την Ισλαμοφοβία. Η ειρωνεία της υπόθεσης είναι ότι το ποσοστό των ίδιων των Μουσουλμάνων που υποστηρίζουν την Αλ Κάιντα και το Ισλαμικό Χαλιφάτο, τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια. είναι μηδαμινό. Σύμφωνα με έρευνες αξιόπιστων ιδρυμάτων, από τα 1,6 δις του παγκόσμιου μουσουλμανικού πληθυσμού μόνο το 1% του πληθυσμού αυτού στηρίζει τη σαλαφιστική οπτική του σουνιτικού Ισλάμ.

Στην Ευρώπη, ο φόβος για το Ισλάμ και τους Μουσουλμάνους έχει οδηγήσει σε διαδεδομένη θεσμοθέτηση ρατσιστικών κυβερνητικών πολιτικών. Το αίσθημα του αντι-μουσουλμανισμού δεν αποτελεί αίσθημα ανάμεσα σε ορισμένα τμήματα του πληθυσμού. Είναι μια πράξη κρατικής χορηγίας, που αποσκοπεί αφενός στην εκκαθάριση των πολυπολιτισμικών αφηγήσεων που σχηματίστηκαν με την άφιξη των μεταναστευτικών πληθυσμών και αφετέρου στην επαναφορά της ακμής της Ευρώπης των λευκών Χριστιανών. Μοιάζει πολύ παράξενο για την Ευρώπη που έχει γαλουχηθεί με τις αξίες του Διαφωτισμού να υιοθετεί τέτοιες πολιτικές. Κι όμως, το αίσθημα του φόβου είναι πολύ ισχυρό και έχει τη δυνατότητα να κάνει τον άνθρωπο υποχείριο ρατσιστικών συμπεριφορών.

Στις μέρες μας, όλη αυτή η ανάλυση μοιάζει πιο επίκαιρη από ποτέ. Η άνοδος ακροδεξιών μορφωμάτων σε θέσεις εξουσίας, η έξαρση ρατσιστικών περιστατικών με στόχο τη θρησκευτική αναφορά ενός ατόμου, το κλείσιμο των συνόρων για τους πρόσφυγες αλλά και τα τρομοκρατικά χτυπήματα σε διάφορες περιοχές της Ευρώπης θα πρέπει να μας βάζουν σε πολλές σκέψεις.