/του Θύμιου Χρυσανθόπουλου

To Μάρτιο του 1906, ο Ηλίας Αναστάσιος Σπαντιδάκης (Λούης Τίκας) αποβιβάζεται στο Ellis Island στη Νέα Υόρκη. Η πρώτη επίσημη καταγραφή του γίνεται το 1910, όταν υπέβαλε την αίτηση πολιτογράφησής του στο Δικαστήριο του Ντένβερ. Το επάγγελμα που δήλωσε ήταν συνιδιοκτήτης καφενείου στον αριθμό 1746 της Μάρκετ Στριτ. Ίσως να δούλεψε αρχικά στην κατασκευή σιδηροδρόμων και τη χαλυβουργία, όπως η πλειονότητα των Ελλήνων μεταναστών.

Το 1912, ο Λούης Τίκας κατευθύνεται στο Κολοράντο, για να εργαστεί στα ανθρακωρυχεία της εταιρείας Καυσίμων των Βραχώδων Όρεων. Άλλοι αναφέρουν ότι πήγε εκεί ως απεργοσπάστης, άλλοι ότι δέχθηκε μηνύματα από πατριώτες του για την εκμετάλλευση που βίωναν, και πήγε να τους βοηθήσει. Το σίγουρο είναι πως, μετά από λίγες μέρες, οργάνωσε όλους τους Έλληνες του ορυχείου στο συνδικάτο των ανθρακωρύχων και, συγχρόνως, έγινε οργανωτής και διερμηνέας τους.

Μετά τη συμμετοχή του στις απεργίες του Βορρά, ο Λούης κυνηγημένος από την εργοδοσία καταφεύγει στο νότιο Κολοράντο. Εκεί, έμελλε να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στην απεργία του Λάντλοου, γνωστή και ως Σφαγή του Λάντλοου.Η απεργία ξεκινά το 1913, μετά από την αδιαλλαξία για συνεννόηση των Ροκφέλερ (ιδιοκτητών των ορυχείων), με βασικά αιτήματα την οκτάωρη εργάσιμη μέρα, 10% αύξηση στους μισθούς και αναγνώριση του συνδικάτου. Ο Λούης Τίκας, ηγετική φυσιογνωμία στον καταυλισμό, γνωρίζει τα αιτήματα και τις ανάγκες τους και τα μεταφέρει στην ηγεσία του συνδικάτου. Συγκρούεται με τους απεργοσπάστες, τους μπράβους της εταιρείας και αργότερα με την εθνοφρουρά.

Η απεργία συνεχίζεται και τελικά, στις 20 Απριλίου του 1914, η εθνοφρουρά «γαζώνει» τον καταυλισμό με πολυβόλα. Ακολουθεί μάχη με τους απεργούς, την ώρα που ο Λούης προσπαθεί να σώσει τις γυναίκες και τα παιδιά από την οργή των πληρωμένων μπράβων. Μετά από πολύωρες συγκρούσεις, πλησιάζει την εθνοφρουρά με λευκή σημαία, προσπαθώντας να λήξει την μάχη. Ο υπολοχαγός Λίντερφελντ του σπάει το κρανίο με τον υποκόπανο του όπλου του και οι υπόλοιποι στρατιώτες τον πυροβολούν πισώπλατα.

Τις επόμενες ημέρες οι ανθρακωρύχοι οργανώνονται, οπλίζονται και  καταλαμβάνουν το νότιο Κολοράντο. Εκείνες τις μέρες, διεξαγόταν ένας ανεξέλεγκτος πόλεμος, που συνδέεται άρρηκτα με τις ανεξέλεγκτες συνθήκες παραγωγής στην περιοχή και την υπερίσχυση του νόμου της εργοδοσίας. Ο μόνος τρόπος για να αντιμετωπιστεί η ασυδοσία της εταιρείας ήταν η βίαια ρήξη, και αυτό έγινε. Το επόμενο διάστημα διατάχθηκε η επέμβαση του στρατού, με αποτέλεσμα την καταστολή της εξέγερσης, με 99 – 169 απεργούς νεκρούς.

Ο Λούης Τίκας, μπορεί να έπεσε νεκρός στην διεκδίκηση ανθρώπινων συνθηκών εργασίας, όμως τόσο η στάση του, όσο και η όλη απεργία του Λάντλοου άφησαν παρακαταθήκη για το μέλλον. Είναι εξόχως σημαντικό, ότι ένας άνθρωπος λαϊκής καταγωγής, μακριά από τον τόπο του, δεν υποτάσσεται στην εργοδοσία, συνειδητοποιεί την τάξη του και παλεύει γι’ αυτήν. Όλη η μετέπειτα πορεία του εργατικού κινήματος των ΗΠΑ, καθώς και η δημιουργία του κομμουνιστικού κόμματος Αμερικής, στηρίχθηκε στην εργατική μετανάστευση και στην πολυεθνοτική καταγωγή των εργατών.