/ Της Ελένης Νικολάτου

Δεν έχει περάσει πολύς καιρός από τις δηλώσεις του  προέδρου του Eurogroup, Γερούν Ντάισελμπλουμ, ότι οι χώρες του Νότου «ξοδεύουν όλα τα χρήματα σε ποτά και γυναίκες». Δεν άργησε να ακολουθήσει η δήλωση στελέχους της ΟΝΝΕΔ Θεσσαλονίκης ότι «Η Σία Αναγνωστοπούλου πιο εύκολα θα περνούσε για τσατσά παρά για «πουτάνα» του Νότου». Αλλά, ακόμα και μέσα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ο ακροδεξιός Πολωνός ευρωβουλευτής Γιάνους Κόρβιν-Μίκε δήλωσε ότι  «οι γυναίκες θα πρέπει να αμείβονται λιγότερο, καθότι είναι μικρότερες, πιο αδύναμες και λιγότερο ευφυείς από τους άντρες (sic) ». Οι δηλώσεις αυτές μπορεί να κατακρίθηκαν από πολλούς, αλλά σίγουρα δεν μας προκαλούν έκπληξη.

‘’κορίτσι πράγμα’’

Οι πατριαρχικές αντιλήψεις είναι τόσο βαθιά ριζωμένες στην κοινωνία, που διαπερνούν κάθε πτυχή της δημόσιας και ιδιωτικής ζωής. Ο γλωσσικός σεξισμός, αλλά και ο σεξισμός εν γένει, έχουν μόνιμη θέση τόσο στον δημόσιο λόγο όσο και στην αντίληψη πολλών. Αρκεί κανείς να ανοίξει την τηλεόραση, μια εφημερίδα ή τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και  να δει πώς αντιμετωπίζονται οι γυναίκες ή τα μέλη της LGBTQI κοινότητας, σε σχέση με τους άντρες. Οι γυναίκες θα κριθούν, πρώτα και κύρια, για την εμφάνισή τους, για το κατά πόσο ανταποκρίνονται στο φαντασιακό των ανδρών.  Δευτερευόντως ή ίσως και ποτέ, θα κριθούν για την δουλειά τους και τα προσόντα τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση της υπουργού οικονομικών Έφης Αχτσιόγλου, η οποία έγινε στόχος κριτικής, εξαιτίας της εξωτερικής της εμφάνισης, και όχι της δουλειάς της.

Είναι φανερό ότι, ακόμα και σήμερα, η  γυναίκα θεάται ως ένα αντικείμενο, ένα άβουλο όν, το οποίο δεν συμμετέχει ισάξια στην κοινωνία, αλλά ζει εις βάρος των ανδρών. Είναι κάτι που μπορεί να αγοραστεί, όπως αγοράζεται ένα ποτό.Είναι κάτι που παίρνει υπόσταση μέσα από τους ρόλους ( ως μητέρας, ως ερωμένης) που της έχει δώσει η κοινωνία και δεν αποτελεί αυθύπαρκτη προσωπικότητα. Έτσι, μια γυναίκα που ασχολείται με την πολιτική, που κάνει καριέρα ή που βρίσκεται σε θέση ευθύνης προκαλεί εντύπωση και έχει να αναμετρηθεί με όλα τα στερεότυπα που της έχει φορτώσει η κοινωνία.

Η γλώσσα κόκκαλα δεν έχει και κόκκαλα τσακίζει.

Οι παραπάνω δηλώσεις, λοιπόν, δεν αποτελούν ούτε χιούμορ, ούτε τρόπο του λέγειν, ούτε μπορούν να δικαιολογηθούν στο πλαίσιο της ελευθερίας του λόγου. Αποτελούν. στην πιο ουσιαστική του μορφή,  σεξισμό, και το γεγονός ότι μπορούν να εκφραστούν, χωρίς κανέναν δισταγμό, αποδεικνύει πόσο υπαρκτή είναι ακόμα η ανάγκη για την καταπολέμηση των έμφυλων διακρίσεων.

Και μολονότι δεν αρκεί να πατάξεις τον σεξισμό σε επίπεδο δημόσιου λόγου, για να τον ξεριζώσεις από την κοινωνία, είναι, ωστόσο, μια απαραίτητη αρχή.Εξάλλου, η σχέση του λόγου και, άρα και της γλώσσας, με την κοινωνία είναι αμφίδρομη. Από την μία μεριά, η ίδια η κοινωνία είναι δομημένη, βασιζόμενη στην επιβολή του ανδρικού πάνω στο γυναικείο φύλο, κάτι το οποίο απλώς αντικατοπτρίζεται στη γλώσσα. Από την άλλη μεριά, όμως, αυτή  η επιβολή στεριώνει, νομιμοποιείται και αναπαράγεται μέσα από την γλώσσα. Χαρακτηριστικά, έχουμε συνηθίσει το οικουμενικό να δηλώνεται  μέσα από την μορφολογία του αρσενικού και να αποσιωπάται το θηλυκό, τα επαγγέλματα ‘’κύρους’’ να εκφέρονται μόνο στο αρσενικό, ενώ οι περισσότερες υβριστικές λέξεις εκφράζουν θηλυκά χαρακτηριστικά .

Καταλήγοντας, η αναπαραγωγή του σεξισμού στον λόγο και δη στον δημόσιο δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο, που πρέπει να σπάσει. Είναι ανάγκη να μην αφήνεται κανένα περιθώριο απενοχοποίησης αυτού του φαινομένου, ώστε κάποια στιγμή να φτάσουμε στην υπέρβαση των έμφυλων στερεοτύπων.