/ Της Αλεξάνδρας Μάτα

Πόσες φορές έχουμε πει εμείς οι ίδιοι, αλλά και έχουμε ακούσει από φίλες, φίλους ή γνωστούς που εργάζονται: «τουλάχιστον πληρώνει στην ώρα του» ή «τουλάχιστον παίρνω κάποια ένσημα», όταν περιγράφουμε την κατάσταση στους χώρους εργασίας; Παρότι δουλεύουμε περισσότερες ώρες και μέρες, τα αφεντικά δεν πληρώνουν υπερωρίες, δεν ασφαλίζουν καθόλου ή ασφαλίζουν λιγότερες ώρες από αυτές που εργαζόμαστε. Αλλού πληρώνουν με κουπόνια, αλλού υπολογίζουν τα πουρμπουάρ στους μισθούς, αλλού τόσο το μηχανάκι, όσο και η βενζίνη είναι προσωπικά έξοδα του εργαζόμενου, και όλα αυτά είναι παράνομα και το ξέρουμε, αλλά όπως λέμε «έλα μωρέ όπου να ’ναι θα παραιτηθώ» ή «σιγά, αυτή είναι μια πρόσκαιρη δουλειά για μένα»

Η εκμετάλλευση κατά τη διάρκεια της κρίσης επεκτάθηκε με ραγδαίο τρόπο.  Η γενιά των 700 ευρώ, μετατράπηκε στη γενιά των 400 ευρώ και της ανεργίας, την ίδια στιγμή που κάποιοι επιθυμούν να μας ξεγράψουν από την ιστορία, αποκαλώντας μας ως  «χαμένη γενιά».  Η οικονομική κρίση αποτέλεσε πρόσφορο έδαφος για μια γενικευμένη επίθεση στα δικαιώματα των εργαζομένων, με στόχο την βίαιη υποτίμηση της εργασίας. Την σημερινή εργασιακή πραγματικότητα χαρακτηρίζουν, από την μια πλευρά τα υψηλά ποσοστά ανεργίας, και, από την άλλη, οι επισφαλείς/ελαστικές σχέσεις εργασίας, μισθολογικές διακρίσεις όπως ο υποκατώτατος μισθός, μορφές εργασίας όπως η ενοικίαση εργαζομένων και η εκ περιτροπής εργασία, τα μπλοκάκια, αλλά και «καθεστώτα» όπως η  μαύρη, η ανασφάλιστη και η υποδηλωμένη εργασία. Η συντριπτική πλειοψηφία των εργοδοτών επιβάλλουν απαράδεκτες συνθήκες εργασίας, που παρουσιάζονται ως «φυσικές» και «κανονικές». Έτσι, οι νέοι εργαζόμενοι εξαναγκάζονται -υπό την απειλή της ανεργίας- σε χειρότερες συνθήκες εργασίας, ενώ πολλοί ωθούνται στην μετανάστευση.

Μεγάλο όπλο η ανεργία για τα αφεντικά. Θυμηθείτε το παράδειγμα των καταστημάτων «Μουστάκας», όπου οι εργοδότες επιβάλλουν έναν απάνθρωπο εσωτερικό κανονισμό που απαιτεί από τους εργαζόμενους να λειτουργούν ως ρομπότ. Η συντριπτική πλειοψηφία των εργοδοτών απειλεί με απολύσεις, επικαλούμενη, συνεχώς, ότι εκεί έξω υπάρχει μεγάλη ανεργία και «όσοι έχετε υποχρεώσεις το γνωρίζετε πολύ καλά». Μεγάλο όπλο η ανεργία. Οδηγεί τα άτομα στην εσωστρέφεια και στην από-κοινωνικοποίηση. Διαμορφώνει ανθρώπους με αυτοκαταστροφικές τάσεις, κατάθλιψη και φόβο. Δεν είναι μόνο η γενιά της κρίσης που έχει τραυματιστεί από αυτήν την κατάσταση. Στην επικράτεια της ήττας έρχεται και η επόμενη γενιά, η οποία έχει σχεδόν κανονικοποιήσει την πραγματικότητα. Έτσι την βρήκε και δεν εκπλήσσεται. Οι σημερινοί νέοι και νέες δεν γνώρισαν ποτέ τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, αλλά είναι γεγονός ότι η κατάργηση τους το 2012 οδήγησε σε μειώσεις μισθών μέχρι και 40%.  Ένα μέτρο που υποτίθεται ότι θα μείωνε την ανεργία, ενώ αυτή αυξήθηκε ακόμα περισσότερο.

Ένα κλασικό επιχείρημα που ακούγεται όταν μιλάμε για αντιμετώπιση της ανεργίας σχετίζεται με την «ανταγωνιστικότητα» και την μείωση του εργατικού κόστους. Για να μειωθεί η ανεργία, λοιπόν, πρέπει να γίνουμε ανταγωνιστικοί και, για αυτόν τον λόγο, δεν πρέπει να υπάρχει κανένα πλαίσιο προστασίας για τους εργαζόμενους, καθώς αυτό οδηγεί τις επιχειρήσεις στο λουκέτο και, κυρίως, απωθεί τις νέες επενδύσεις. Παράλληλα, για την αντιμετώπιση της ανεργίας χρησιμοποιούνται τα προγράμματα voucher, που στον πυρήνα της λογικής τους θεωρούν ως δεδομένο ότι υπάρχουν δουλειές, απλά εμείς οι άνεργοι δεν είμαστε επαρκώς καταρτισμένοι. Έτσι, μας αναγκάζουν να κάνουμε μαθήματα χρήσης υπολογιστών στα κέντρα επαγγελματικής κατάρτισης, που στην ουσία πλουτίζουν στις πλάτες των ανέργων. Και αν δεν συμμετέχεις σε αυτή την βιομηχανία ανακύκλωσης της ανεργίας, (voucher) όπου δεν υπάρχουν στοιχειώδη δικαιώματα, αυτό που μας λένε είναι ότι ευθύνονται οι άνεργοι που είναι χωρίς δουλειά, αφού θέσεις εργασίας υπάρχουν, αλλά εκείνοι δεν τις θέλουν.
Μιλήσαμε με μερικούς νέους, εργαζόμενους και ανέργους, και σας μεταφέρουμε τις εμπειρίες τους:

Γιασμίν Ελαγκούζ, 23  ετών – Εργαζόμενη φοιτήτρια

»Η οικονομική κρίση του 2008 εξελίχθηκε σύντομα σε πολιτική και κοινωνική κρίση. Η υπόθεση των σπουδών σήμερα δεν είναι καθόλου αυτονόητη, όπως ήταν τα προηγούμενα χρόνια. Ακόμα και αν σπουδάζω στην πόλη που μένω, αναγκάζομαι παράλληλα  να εργαστώ κάποιες μέρες για να τα βγάλω πέρα, κάτι που έχει άμεσο αποτέλεσμα στις σπουδές μου, όπου δεν καταφέρνω να παρακολουθώ όλα τα μαθήματα και η καθυστέρηση στην αποφοίτηση είναι δεδομένη. Εργάζομαι ως σερβιτόρα με 3 ευρώ την ώρα, και ο μισθός μου φτάνει από 300 μέχρι 350 ευρώ τον μήνα. Ένα ποσό που σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να καλύψει ούτε τις βασικές ανάγκες ενός ατόμου, πόσο δε μάλλον μιας οικογένειας. Το σίγουρο είναι ότι, αν δεν σπούδαζα εκτός της πόλης που μένω, το ζήτημα των σπουδών θα ήταν μια όμορφη επιθυμία. Ή θα γραφόμουν ενδεχομένως στην σχολή που θα είχα περάσει και θα έδινα μόνο εξετάσεις. Μια μορφή σπουδών εξ αποστάσεως, που δεν είναι καθόλου σπάνια στις μέρες μας.»
Βαρβάρα Γεωργαντά, 29 ετών –  Άνεργη

»Ολοκλήρωσα τις σπουδές μου στο μάρκετινγκ το 2005. Έχω εργαστεί κατά καιρούς σε εποχικές εργασίες, όπως κατάστημα ρούχων ή ρεσεψιόν σε ξενοδοχείο. Φυσικά τις περισσότερες φορές ήμουν ανασφάλιστη, μέσα σε ένα κλίμα ακραίας εκμετάλλευσης, όπου οι εργοδότες κρατούσαν ένα μέρος –συνήθως του τελευταίου- μισθού με το επιχείρημα ότι η επιχείρηση δεν πήγε καλά. Από το 2012 μέχρι το 2014 εργάστηκα στην Αθήνα, 5 φορές την εβδομάδα για 6 ώρες την ημέρα σε ένα τηλεφωνικό κέντρο με 2μηνη σύμβαση εργασίας και 380 ευρώ μισθό. Τα χρήματα αυτά αρκούσαν οριακά για να πληρώσω ενοίκιο και τσιγάρα. Δεν ήξερα ποια οικονομική ανάγκη θα πρωτο-καλύψω με αυτόν τον μισθό. Οι συνθήκες εργασίας ήταν ό,τι χειρότερο: μας πίεζαν για «επιθετικό μάρκετινγκ», όπως το ονομάζουν, δεν υπήρχαν δώρα Χριστουγέννων, δεν υπήρχαν άδειες. Τόσο εγώ, όσο και οι συνάδελφοί μου ήμασταν μόνιμα σε μια διάθεση απόλυτης ανασφάλειας. Θα φτάσουν τα χρήματα; Θα ανανεωθεί η σύμβαση; Από το 2014 είμαι άνεργη ή περίπου άνεργη, αφού έχω εργαστεί ή έχω υπάρξει »ωφελούμενη» -όπως προτιμάνε διάφοροι-  μέσω των προγραμμάτων voucher, όπου πληρωνόμαστε μετά το 6μηνο και μας βάζουν, στο πλαίσιo της θεωρίας, να μάθουμε πράγματα που ξέραμε από το γυμνάσιο. »
Μανώλης Βανδώρος,  26 ετών, εργαζόμενος

»Εργάζομαι ως εξωτερικός συνεργάτης σε τμήμα Information Technology και, μάλλον, είμαι από τους ελάχιστους τυχερούς που απασχολούνται σε κάτι που έχει σχέση με το αντικείμενο σπουδών τους. Είχα ξεκινήσει στην ίδια επιχείρηση κάνοντας πρακτική και, ως εκ τούτου, για 6 περίπου μήνες παρείχα τζάμπα εργασία. Μετά το πέρας της πρακτικής μου άσκησης, ο εργοδότης μού ανέφερε πως αν θέλω να συνεχίσω τη δουλειά, πρέπει να βγάλω δελτίο παροχής υπηρεσιών, και έτσι έπραξα, γιατί χρειαζόμουν τη δουλειά. Ουσιαστικά, είμαι ένας από αυτούς και αυτές που είναι ευρύτερα γνωστοί ως «μπλοκάκηδες» και, ενώ βρίσκομαι σε μια σχέση εξαρτημένης εργασίας, εμφανίζομαι ως αυταπασχολούμενος, με σκοπό να γλιτώσει η εργοδοσία από το καθήκον της ασφάλισής μου. Φανταστείτε ότι στον χώρο εργασίας μου βρίσκομαι καθημερινά επί 5 μέρες για 9 ώρες. Είναι γεγονός ότι οι εργοδότες είδαν την κρίση ως ευκαιρία, για να εμβαθύνουν την εκμετάλλευση προς τους εργαζόμενους. Το κόλπο είναι γνωστό. Για να μειώσουν το «εργατικό κόστος» κάνουν την δουλειά τους με το περίφημο »2 σε 1»  – όπως το αποκαλώ. Από εκεί δηλαδή που στην πληροφορική είχαμε τους προγραμματιστές, τους δικτυάδες κ.α πλέον πρέπει να ξέρεις πολύ από όλα, για να μπορέσεις να επιβιώσεις και, φυσικά, με τον υποκατώτατο μισθό.»

 

Reworkers

Μέσα σε μια συνθήκη όπου με αφορμή την κρίση οι εργοδότες κατάφεραν να καταστρατηγήσουν τα δικαιώματα των εργαζομένων, να εντείνουν την εκμετάλλευση, να απειλούν με απολύσεις και ανεργία, οι υπάρχουσες μορφές οργάνωσης και εκπροσώπησης των εργατικών δικαιωμάτων και κεκτημένων αποδείχθηκαν κατώτερες των περιστάσεων. Τα περισσότερα συνδικάτα δεν αναγνωρίζουν τους επισφαλείς εργαζόμενους, την ίδια στιγμή που η νέα γενιά έχει απαξιώσει πλήρως αυτό που εκπροσωπεί η λεγόμενη »συνδικαλιστική γραφειοκρατία», η οποία λειτουργεί πολλές φορές ενάντια σε εκείνους που διατυμπανίζει ότι εκπροσωπεί, ενάντια δηλαδή στον κόσμο της εργασίας.

Αναδεικνύονται, ωστόσο, νέες προσπάθειας για την οργάνωση των εργαζομένων. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι οι Reworkers, μία συλλογικότητα με παρέμβαση στα εργασιακά, που μετρά 6 μήνες ζωής και παρέμβασης. Νέοι και νέες εργαζόμενοι και άνεργοι, που είχαν αποκομίσει πολλά από τις ξεχωριστές τους εμπειρίες από την συλλογική δράση είτε μέσα από την πρωτοβουλία mayday- για την επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων- είτε από την συλλογικότητα V FOR VOUCHERADES είτε από  το δίκτυο επισφαλώς εργαζομένων και ανέργων, συναντήθηκαν και θεώρησαν επιτακτική την ανάγκη συγκρότησης των Reworkers. Οι Rewrokers θεωρούν πως η εργασία είναι δικαίωμα που οφείλει να εξασφαλίζει μια αξιοπρεπή ζωή, ενώ αγωνίζονται και για την άμεση ανασυγκρότηση ενός μαχητικού και αποτελεσματικού εργατικού κινήματος. Στους Reworkers συμμετέχουν επισφαλώς εργαζόμενοι/ες, ενοικιαζόμενοι, μπλοκάκηδες, voucherαδες, που ενάντια στην εργοδοτική αυθαιρεσία, στα εργοδοτικά σωματεία και στους «ειδικούς» του συνδικαλισμού, προτάσσουν τη συλλογικότητα και την οργανωμένη αλληλεγγύη.

Η θέση τους για το υπάρχον συνδικαλιστικό κίνημα είναι «εντός, εκτός και εναντίον», ενώ με τις δράσεις τους επιδιώκουν να βρεθούν δίπλα σε κάθε εργαζόμενο και απολυμένο, μάχονται ενάντια στους εξευτελιστικούς μισθούς, την υποδηλωμένη ή αδήλωτη εργασία, στις πάσης φύσεως λευκές νύχτες και τον κάθε «άψογο εργοδότη» που κλέβει τα πουρμπουάρ. Παράλληλα, διεκδικούν σταθερή και πλήρη εργασία για όλους, αυξήσεις μισθών στα 751 ευρώ, συλλογικές συμβάσεις, διεύρυνση των συνδικαλιστικών ελευθεριών. Αγωνίζονται για την κατάργηση του υποκατώτατου μισθού και των Κέντρων Επαγγελματικής Κατάρτισης, που μέσω των προγραμμάτων voucher εμπορεύονται την ελπίδα των νέων για εργασία.