/ Του Ευριπίδη Ταρασίδη

Τι κάνει την ταινία American History X (Μαθήματα Αμερικάνικης Ιστορίας) τόσο αγαπητή και επιτυχημένη; Γιατί έχει τη δική της ξεχωριστή θέση σε όλα τα αντιφασιστικά-αντιρατσιστικά φεστιβάλ, περιοδικά, αφιερώματα;

Δεν υπάρχει μία απάντηση σε αυτό. Υπάρχουν αρκετοί λόγοι, αλλά οι σπουδαιότεροι, κατά τη γνώμη μου, είναι οι εξής:

α) Η πλοκή είναι απλή. Δεν εντάσσεται μέσα κάποιο μεγάλο ιστορικό γεγονός. Είναι η ιστορία ενός skinhead ναζί (του Ντέρεκ), που μπαίνει φυλακή, γιατί έχει διαπράξει ρατσιστικό έγκλημα, μετανοεί και προσπαθεί να βγάλει από το στραβό δρόμο το μικρό του αδερφό.

β) Η ελπίδα της μετάνοιας. Η αλλαγή που προανέφερα είναι αντικείμενο συζήτησης σε ακαδημαϊκούς -και μη-  χώρους. Μπορεί ένας ναζί να αλλάξει; Μπορεί ένας φασίστας, που δεν διστάζει να σκοτώσει έναν μαύρο άντρα,  χτυπώντας το κεφάλι του στο πεζοδρόμιο, να μετανοήσει; Εδώ υπάρχει και η άμεση απάντηση της ταινίας. Έχει να κάνει με το στοιχείο της εμπειρίας. Και έχει ενδιαφέρον η προσέγγιση της πολιτικής ταυτότητας του ανθρώπου, μέσα από τις επιλογές του και τις εμπειρίες του. Ο πρωταγωνιστής μας καταλαβαίνει το μάταιο της επιμονής του σε μία θεωρία μίσους, όταν βιώνει ο ίδιος το μίσος μέσω σεξουαλικής βίας. Είμαστε οι εμπειρίες μας, οι μνήμες μας, οι επιλογές μας;

γ) Ο χρόνος που διαδραματίζεται η ταινία. Η αφηγηματική διαδρομή είναι σε χρόνο ενεστώτα (το πολύ να καλύπτει ένα 24ωρο του ήρωα μας, την πρώτη μέρα αποφυλάκισης του). Όλο το φιλμ, στηρίζεται σε μία ενδιαφέρουσα διαλεκτική του χρόνου, με φλασμπακ στη ζωή του ήρωα πριν μπει φυλακή. Κατασταλαγμένος πια, έχει να αντιμετωπίσει το ρατσιστικό του παρελθόν, τη βία που προκάλεσε ή που φύτεψε, τον ίδιο του τον αδερφό που βαδίζει στα χνάρια του. Έχει να αντιπαλέψει τον Ντέρεκ του παρελθόντος και το alter ego του στο παρόν.

δ) Οι ανθρώπινες σχέσεις. Ο ήρωας μας, στη φυλακή αντιλαμβάνεται την υποκρισία των «συναγωνιστών» του. Οι ναζί της φυλακής δεν είναι τίποτα άλλο παρά ιδεολόγοι της πλάκας. Η ρήξη με την κλίκα θα φτάσει στο »πικ» της, όταν θα ο ήρωας θα πέσει θύμα βιασμού. Παράλληλα, έρχεται πολύ κοντά με έναν άνθρωπο που, υπό άλλες συνθήκες, θα κυνηγούσε για να σκοτώσει. Έναν μαύρο τύπο που μπήκε φυλακή, επειδή έκλεψε μια τηλεόραση.

ε) Η αρχή του κακού. Τονίσαμε πως η ταινία φτιάχνει μία ολοκληρωμένη πολιτική περσόνα. Κεντράρει στις εμπειρίες του ήρωα, οι οποίες όσο πιο δυνατές είναι, τόσο πιο μεγάλες είναι και οι αλλαγές στη ζωή του. Αναπόφευκτα, λοιπόν, πηγαίνουμε στην αρχή της ιστορίας. Στην πηγή του ρατσισμού. Στα ρατσιστικά καθημερινά αστεία, στο «δεν είμαι ρατσιστής, αλλά…», στον κακό μπάτσο πατέρα, στην πατρίδα, στην ιδιοκτησία. Εξαιρετικά κατατοπιστική η σκηνή του τραπεζιού, με τον αστυνομικό μπαμπά να μιλά για την «κανονική» και την «μαύρη» λογοτεχνία.

Εν κατακλείδι, η ταινία καταφέρνει με απλό τρόπο να ασχοληθεί με το ειδικό, με τον άνθρωπο ως μονάδα. Αυτός δρα μέσα σε σύνολα, σε περιβάλλοντα μη προκαθορισμένα, αναπτύσσεται βάσει των εμπειριών του, αλλά τελικά αφήνει την σβάστικα ανεξίτηλη πάνω στο κορμί του, να του θυμίζει αυτούς που σκότωσε, να του θυμίζει το μίσος που μπόλιασε, να του θυμίσει το ασυγχώρητο λάθος που έκανε: που έγινε έστω και για μια στιγμή στη ζωή του ναζί.